Ψηφιακός μετασχηματισμός της διπλωματίας

«Θεέ μου, αυτό είναι το τέλος της διπλωματίας!»

Έτσι, αναφέρεται, ότι αντέδρασε ο Βρετανός Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών Πάλμερστον με την ανακοίνωση της λήψης του πρώτου τηλεγραφικού μηνύματος στη δεκαετία του 1850. Προφανώς ο κραταιός αυτός Βρετανός πολιτικός εξεδήλωνε αντίθεση στην προδήλως ευεργετική τεχνολογική πρόοδο, εκτιμώντας ότι η ανατροπή της καθιερωμένης μέχρι τότε μεθοδολογίας λήψης και μετάδοσης πληροφοριών θα απέβαινε σε βάρος της άσκησης μιας αποτελεσματικής διπλωματίας.

Ευτυχώς για την ανθρωπότητα  η διπλωματία επέζησε της δήλωσης του Palmerston όχι μόνο σχετικά με τον τηλέγραφο, αλλά και με την ανακάλυψη και εφαρμογή και άλλων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης και της ψηφιακής η οποία ετέθη στην διάθεση της δημιουργώντας πλεονεκτήματα αλλά και προκλήσεις που οι διπλωματικές υπηρεσίες καλούνται να αντιμετωπίσουν. Ο  όρος «ψηφιοποίηση της διπλωματίας» χρησιμοποιείται αναφορικά με τον αντίκτυπο που είχε η ψηφιοποίηση σε τέσσερις διαστάσεις της διπλωματίας: τα θεσμικά όργανα της διπλωματίας, τους επαγγελματίες της διπλωματίας, το κοινό της διπλωματίας και την θεσμική διάσταση της διπλωματίας. Πράγματι, η ψηφιοποίηση επηρεάζει κάθε μία από αυτές τις διαστάσεις με διαφορετικό τρόπο καθόσον αφορά στους κανόνες, στις συμπεριφορές, στις διαδικασίες εργασίας και στις παραμέτρους επιρροής επί των ατόμων και των θεσμικών οργάνων.

Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, μας είναι ορατές οι βελτιώσεις που προσέφερε η ψηφιακή τεχνολογία όχι μόνο στην καθημερινή πρακτική άσκηση της διπλωματίας αλλά και στον γενικότερο στρατηγικό και τακτικό προγραμματισμό. Η διπλωματία, μεταξύ άλλων, είναι και η λήψη και μετάδοση πληροφοριών, αναλύσεων και εισηγήσεων μεταξύ της Κεντρικής Υπηρεσίας και των απανταχού της υφηλίου Πρεσβειών και Προξενικών Αρχών. Μέχρι και πριν 50 χρόνια η επικοινωνία γινόταν με την χρήση απόρρητων κωδίκων στην αποστολή των οδηγιών και την λήψη αναφορών που αποτελούσε μια εξαιρετικά βραδεία αλλά και επισφαλή μέθοδο (η λανθασμένη χρήση ενός και μόνο στοιχείου του τηλεγραφήματος εμπόδιζε την ανάγνωση του και απαιτείτο εκ νέου κρυπτογράφηση και αποστολή). Εξ άλλου υπέκειτο και στον κίνδυνο υποκλοπής ή «σπασίματος» του κώδικα (κάτι από το οποίο βεβαίως δεν έχει απόλυτα απαλλαγεί και η ψηφιακή αλληλογραφία).

Λίγο αργότερα, υπήρξε μια βελτίωση με την εισαγωγή μηχανικής κρυπτογράφησης (πρόγονο της ψηφιοποίησης), η οποία όμως και αυτή παρουσίαζε καθυστερήσεις. Μία από τις πρώτες υποχρεώσεις των νεοεισερχομένων διπλωματών στην διπλωματική υπηρεσία ήσαν οι βάρδιες στην Κρυπτογραφική Υπηρεσία, όπου υποχρεούνταν ολημερίς και ολονυκτίς να φωτοτυπούν εκατοντάδες τηλεγραφήματα που τους έφερναν  οι τεχνικοί επικοινωνίας για να μοιρασθούν στα Υπουργικά Γραφεία και τις λοιπές υπηρεσίες των Υπουργείων Εξωτερικών. Εννοείται ότι η πληθώρα των αντιτύπων που κυκλοφορούσαν αύξανε και την πιθανότητα κάποια από αυτά να διολισθήσουν σε ανεξέλεγκτους αποδέκτες και αποτελούσαν την χαρά των καλά δικτυωμένων δημοσιογράφων.

Μπορεί λοιπόν εύκολα κανείς να φανταστεί την τεράστια βελτίωση στην ταχεία και ασφαλέστερη λήψη και μετάδοση εμπιστευτικών πληροφοριών και οδηγιών με την δειλή –στην αρχή- εισαγωγή της ψηφιακής τεχνολογίας ήδη από την δεκαετία του 1990 και κυρίως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια που τούτο γίνεται μέσω των προσωπικών (βεβαίως με χρήση κωδίκων) τερματικών των υπολογιστών κάθε υπαλλήλου (πλέον και μέσω των «έξυπνων» κινητών τηλεφώνων τους). Εννοείται ότι και αυτή η τεχνολογία υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες λειτουργίας και συνίσταται στην διοργάνωση κλειστών ασφαλών κυκλωμάτων μεταξύ των υπηρεσιών. Βέβαια και σε αυτή την περίπτωση υπάρχει η υπόνοια ότι οι πλέον τεχνολογικά χώρες είναι σε θέση να «διαβάσουν» κρυπτογραφημένη αλληλογραφία λιγότερο αναπτυγμένων  χωρών, ενώ έχουν υπάρξει δημόσιες διαρροές διαβαθμισμένης αλληλογραφίας με ανθρώπινη παρέμβαση, με πλέον χαρακτηριστικές εκείνες των  Wikileaks  και του Edward Snowden  στο πρόσφατο 2013.

Πέραν των βελτιώσεων που η ψηφιοποίηση επέφερε στις ασφαλείς επικοινωνίες των διπλωματικών υπηρεσιών, θα πρέπει να σημειωθούν και άλλες επιπτώσεις σε καινούριους τομείς άσκησης της λεγόμενης δημόσιας διπλωματίας (public diplomacy)  που αφορά κυρίως στην παρουσίαση στο εντόπιο και διεθνές κοινό πτυχές της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας με στόχο τον επηρεασμό και διαμόρφωση της κοινής γνώμης γύρω από διάφορα θέματα ενδιαφέροντος. Μάλιστα η ψηφιακή τεχνολογία επέτρεψε προς τον σκοπό αυτό την χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπως το  Facebook, το  Tweet και άλλων, δημιουργώντας πάντως δυσλειτουργίες στον τομέα της ενημέρωσης.  Πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο τέως Πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump είχε επιλέξει να ασκεί δημόσια διπλωματία μέσω Tweets παρακάμπτοντας σε μεγάλο βαθμό την κλασσική μέθοδο των ανακοινώσεων των Εκπροσώπων Τύπου, δημιουργώντας πολλές φορές σύγχυση λόγω της προχειρότητας τους με αποτέλεσμα την διόρθωση τους με πλέον επίσημες ανακοινώσεις a posteriori.

Για να κατανοήσουμε την ψηφιοποίηση της διπλωματίας ως μίας μακροπρόθεσμης διαδικασίας με επιρροές στην χρήση νέων εργαλείων ή μεθόδων στην άσκηση της,  θα πρέπει να καταγράψουμε και τις αλλαγές που έχουν επισυμβεί τα τελευταία χρόνια τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε άλλους τομείς όπως η εν γένει άσκηση κρατικής εξουσίας, η διαφοροποίηση των συγκρούσεων, βεβαίως το τεράστιο θέμα της παγκοσμιοποίησης, της εμφάνισης νέων απειλών συμπεριλαμβανομένων των υβριδικών, την εισβολή στην ασφάλεια του κυβερνοχώρου με επιπτώσεις στην διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων, το ηλεκτρονικό εμπόριο και το ηλεκτρονικό έγκλημα. Σημαντική ευεργετική παράμετρος της διαδικασίας αυτής είναι και η οικονομία κλίμακας που επιτυγχάνεται με την χρήση ψηφιακών μέσων σε σύγκριση με τις συναφείς παραδοσιακές μεθόδους

Για να επανέλθουμε στον χώρο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, σημειώνουμε τις επιπτώσεις της ψηφιακής εποχής:

  • στην διαδικτυακή συλλογή, επεξεργασία και ανάλυση πληροφοριών και δεδομένων
  • στην διαδικτυακή παροχή προξενικών υπηρεσιών
  • στην διαδικτυακή οργάνωση διμερών ή πολυμερών διαπραγματεύσεων
  • στην διαδικτυακή οργάνωση συσκέψεων με όργανα των ΥΠΕΞ , τους φορείς της λοιπής Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και εξωτερικούς θεσμούς όπως οι ΜΚΟ
  • στην διαδικτυακή συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς στα πλαίσια της πολυμερούς διπλωματίας
  • στην διαδικτυακή οργάνωση διμερών συσκέψεων στα πλαίσια περιφερειακών οργανισμών και θεματικών οντοτήτων
  • στην ευρύτερη εξωτερίκευση της εξωτερικής πολιτικής με την βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που τίθενται στην υπηρεσία της δημόσιας διπλωματίας 

Η ψηφιακή διπλωματία δεν είναι ένα εντελώς νέο φαινόμενο. Με τη μία ή την άλλη μορφή, η ψηφιακή διπλωματία υπάρχει για περισσότερο από μια δεκαετία. Εκκίνησε  ως  ένα πείραμα από ορισμένα πρωτοπόρα Υπουργείων Εξωτερικών (ΗΠΑ, Σουηδία, Νορβηγία), για τα οποία πλέον και μετά την επιτυχή εφαρμογή της έχει καταστεί συνήθης πρακτική. Δεν είναι τυχαίο ότι το πείραμα εκκίνησε από προηγμένες ψηφιακά χώρες. Στην συνέχεια εξαπλώθηκε σε διάφορες περιοχές του κόσμου και με διαφορετικούς τρόπους εφαρμογής. Σαν χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρονται οι διαλέξεις σε φοιτητές από Νορβηγούς Πρέσβεις μέσω Skype,  η χρήση του Facebook  ως μέσο συνεργασίας Παλαιστινίων με Ισραηλινούς πολίτες, η διοργάνωση διαδικτυακών μαθημάτων της μητρικής γλώσσας από τα ΥΠΕΞ της Ινδίας και της Γεωργίας, η παροχή έκτακτης προξενικής βοήθειας από την Κένυα μέσω Twitter, ο συντονισμός των ψήφων των Πρέσβεων μεσω  χρήσης τηλεφωνικών εφαρμογών, όπως το WhatsApp, Viber και Signal.

Η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών στη διπλωματία έχει πλέον καταστεί παγκόσμιο φαινόμενο. Τα ΥΠΕΞ της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και του Κατάρ λειτουργούν κοινωνικά προφίλ πολυμέσων, ενώ τα αντίστοιχα της Κένυας, της Ρουάντα και της Ουγκάντα ​​διαθέτουν επεξεργασμένες πολιτικές για την εξασφάλιση της ψηφιακής ψήφου της διασποράς. Είναι εντυπωσιακό ότι οι μελέτες δείχνουν ότι τα ΥΠΕΞ πλείστων όσων αφρικανικών χωρών είναι τόσο ενεργά στο διαδίκτυο όσο και πολλά από τα αντίστοιχα Δυτικά.

Η τελευταία δεκαετία έχει επίσης δει αυξημένο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για «Ψηφιακή διπλωματία» με την σύνταξη μελετών αξιολόγησης των ψηφιακών πρακτικών των Υπουργείων Εξωτερικών, των Πρεσβειών, του προσωπικού τους ακόμη και εκείνων των Επιτελείων Ηγετών του κόσμου.

Η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας στην διπλωματία και στην άσκηση εξωτερική πολιτικής είναι απαλλαγμένη κινδύνων; Βεβαίως και όχι.

Όπως κάθε ανθρώπινο δημιούργημα δεν είναι άμοιρη αρνητικών επιπτώσεων, εφόσον η χρήση της εξυπηρετεί κακόβουλες επιδιώξεις και κυρίως στον χώρο της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης. Είναι ακόμη νωπό το αποτύπωμα της χρήσης που έκανε ο ISIS, όχι μόνο στο Ιράκ και την Συρία αλλά και διεθνώς, για να διασπείρει την καταστροφική ιδεολογία του και να ενθαρρύνει την στρατολόγηση μαχητών. Επίσης, έχει καταγραφεί ότι ορισμένες χώρες χρησιμοποίησαν την ψηφιακή τεχνολογία σαν μέσο διασποράς ψευδών ειδήσεων, κηρυγμάτων μίσους, αλλά και επηρεασμού του εκλογικού σώματος των αντιπάλων τους (βλέπε οι κατηγορίες περί επηρεασμού των Αμερικανών ψηφοφόρων από την Ρωσία υπέρ της εκλογής του πρώην Προέδρου Trump»). Εννοείται ότι με την ψηφιακή τεχνολογία μέσω των πολυμέσων και των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης καθίσταται ευκολότερη η διαμόρφωση κοινής γνώμης από χώρες που έχουν προχωρημένη την σχετική τεχνολογία. Εξόχου ενδιαφέροντος είναι και οι κυβερνο-απειλές που έχουν σαν στόχο την διατάραξη της ασφάλειας, του εμπορίου, της οικονομίας, των επικοινωνιών αλλά και αυτής ακόμη της δημόσιας διοίκησης των χωρών του κόσμου. Εννοείται ότι οι απειλές αυτές που έχουν λάβει μεγάλες διαστάσεις προκάλεσαν την οργανωμένη αντίδραση πολλών χωρών οι οποίες έλαβαν και συνεχίζουν να αναπτύσσουν αντίστοιχες αμυντικές τεχνολογίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει αποτελέσει πλειστάκις τον προτιμούμενο στόχο τέτοιων κυβερνο-επιθέσεων έχει συγκροτήσει ολόκληρες υπηρεσίες για την άμυνα της εν προκειμένω. Βεβαίως και το ΝΑΤΟ, αλλά και ο ΟΗΕ.

Η εμφάνιση των ψηφιακών τεχνολογιών είχε σοβαρό αντίκτυπο στη διεξαγωγή και μελέτη της διπλωματίας. Οι Κυβερνήσεις μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών και κατ’ εξοχήν των Υπουργείων Εξωτερικών επαναπροσδιορίζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκείται η διπλωματία (κανονιστικά, διαδικαστικά πεδία) και καταβάλλουν εργώδεις προσπάθειες για την αξιοποίηση τους και την ανάπτυξη νέων εργαλείων μέσω των βέλτιστων πρακτικών παγκοσμίως, διευρύνοντας συνεχώς το κοινό τους πέραν της παραδοσιακής διπλωματίας. Τα εργαλεία αυτά περιλαμβάνουν νέες συμπεριφορές και διαδικασίες των διπλωματικών αρχών και του προσωπικού τους, συμπεριλαμβανόμενης της καλλιέργειας μιας νέας συνείδησης  στους διπλωμάτες σχετικά με τους κινδύνους της ψηφιακής τεχνολογίας. Οι σύγχρονοι διπλωμάτες πρέπει να εκπαιδεύονται σε νέες πολλαπλές δεξιότητες που θα περιλαμβάνουν και την δυνατότητα διαχείρισης και κατανόησης των υποδομών της νέας τεχνολογίας, καθώς και των τρόπων που αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλά και να γίνει αντικείμενο κατάχρησης.

Το Ιnternet δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως απειλή αλλά σαν μια ευκαιρία δημιουργίας νέων στρατηγικών επικοινωνίας, ικανών να επηρεάσουν επωφελώς την διεθνή κοινή γνώμη.

Στη νέα παγκόσμια κοινωνία της πληροφορίας, η ψηφιακή διπλωματία μπορεί να αξιοποιεί την τεχνολογική πρόοδο για προβολή και προώθηση συμφερόντων και ακόμα για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων. Και τούτο, παρά τις όποιες αδυναμίες που προαναφέραμε και κυρίως αναφορικά με τα θέματα ασφαλείας και παραπληροφόρησης. Η τρέχουσα πανδημία, με την παρεμπόδιση των συναντήσεων με φυσική παρουσία, αφεύκτως ενίσχυσε την πρακτική των ψηφιακών επαφών και επικοινωνίας δεδομένων. Με ορατά ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που η ψηφιακή τεχνολογία πρότεινε, είναι βέβαιο ότι ορισμένες από τις εκφάνσεις της και πρακτικές της θα παραμείνουν και θα αναπτυχθούν περαιτέρω και μετά από την λήξη της πανδημίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Δημήτρης Ν. Ηλιόπουλος, Πρέσβυς ε.τ.

Πρέσβυς του ΕΙΠΔ

Εγγραφείτε. Κάντε εγγραφή για να μην χάσετε μελλοντικές δημοσιεύσεις.

You can unsubscribe at any time. By signing up you are agreeing to our Terms of Service and Privacy Policy. This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Αρχείο Ηνωμένου Βασιλείου

Φορείς Πολιτιστικής Διπλωματίας Ηνωμένου Βασιλείου

Το Ηνωμένο Βασίλειο, βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς η απόφαση για έξοδο από την Ε.Ε. (Brexit) έφερε επιπτώσεις και στη διεθνή εικόνα και φήμη της χώρας. Επομένως, θα χρειαστεί μια νέα προσέγγιση, προκειμένου να προωθηθούν αποτελεσματικά τα εθνικά συμφέροντα της χώρας, με ενισχυμένη δημόσια διπλωματία και διεθνείς πολιτιστικές σχέσεις.

Η Αγγλική γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται ως δεύτερη ή ως επίσημη γλώσσα σε πολλές χώρες του κόσμου, το τηλεοπτικό δίκτυο BBC (το μεγαλύτερο δίκτυο ΜΜΕ στον κόσμο με παρουσία στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο σε περισσότερες από 30 γλώσσες και ένα ακροατήριο 269 εκατομμυρίων ανθρώπων κάθε εβδομάδα)κυρίαρχοι πολιτιστικοί οργανισμοί όπως το Βρετανικό μουσείο και το V&Aβραβευμένες τηλεοπτικές σειρές όπως το Sherlock, ναυαρχίδες του κινηματογράφου όπως ο James Bond και το Star Wars, η μουσική παραγωγή του David Bowie και του Ed Sheeranη λογοτεχνία του Σαίξπηρ και της Άγκαθα Κρίστι και αθλητικές διοργανώσεις όπως η Premier League, είναι μερικά από τα πιο δυνατά παραδείγματα και πλεονεκτήματα στον τομέα του πολιτισμού και της δημιουργικότητας του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η άσκηση της πολιτιστικής διπλωματίας βασίζεται στην ανταλλαγή ιδεών, αξιών και του πολιτισμού προκειμένου να ενδυναμωθεί η σχέση της χώρας με τον κόσμο και τις υπόλοιπες χώρες και επίσης να προωθηθούν η επιρροή της, η απασχόληση και η ανάπτυξη ως θεματοφύλακες του μέλλοντος της χώρας.

Το Υπουργείο Ψηφιακής πολιτικής, παιδείας, πολιτισμού, ΜΜΕ και αθλητισμού, συνεργάζεται με το Βρετανικό συμβούλιο, το Υπουργείο Εξωτερικών (Foreign Office) και άλλους κυβερνητικούς φορείς για να προωθήσουν πρωτοβουλίες, όπως η καμπάνια GREAT και πολιτιστικές συνεργασίες με άλλες χώρες.

Το 2006, δημιουργήθηκε το συμβούλιο Δημόσιας Διπλωματίας, σε μια προσπάθεια αναθεώρησης των πρακτικών της δημόσιας διπλωματίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το συμβούλιο είναι υπεύθυνο, για τη δημιουργία εθνικής στρατηγικής δημόσιας διπλωματίας, προκειμένου να υποστηριχθούν τα διεθνή συμφέροντα και οι στόχοι του Ηνωμένου Βασιλείου. Τα μέλη του συμβουλίου είναι το Υπουργείο Εξωτερικών, το Βρετανικό Συμβούλιο και η Παγκόσμια Υπηρεσία του BBC.

Σε συνεργασία με τους βασικούς ενδιαφερόμενους, συμπεριλαμβανομένου του Foreign Office, του Βρετανικού Συμβουλίου και των πολιτιστικών οργανισμών, το Υπουργείο Ψηφιακής πολιτικής, Παιδείας, Πολιτισμού, ΜΜΕ και Αθλητισμού, ανέπτυξε το 2010 την πολιτική Πολιτιστικής Διπλωματίας. Οι γενικοί στόχοι ήταν η ενθάρρυνση και η στήριξη του πολιτιστικού τομέα για την ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών σε τομείς με συγκεκριμένη πολιτιστική και/ή κυβερνητική προτεραιότητα. Παράλληλα, η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο του οφέλους και του αντίκτυπου της πολιτιστικής διπλωματίας, ιδιαίτερα μετά τη λήξη συγκρούσεων.

Από τα παραπάνω, παρατηρούμε ότι στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, η άσκηση της πολιτιστικής διπλωματίας δεν είναι αρμοδιότητα ενός μόνο υπουργείου και πως συμπεριλαμβάνει τη συλλογική προσπάθεια και την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων, για την προώθηση των πολιτικών που συμβάλλουν στην ενίσχυση της πολιτιστικής διπλωματίας. Οι συντονισμένες προσπάθειες όλων των προαναφερόμενων φορέων του Ηνωμένου Βασιλείου, συντελούν στην ευρεία αναγνώριση της Ήπιας ισχύος της χώρας.

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε το σχέδιο δράσης του Υπουργείου Ψηφιοποίησης, Πολιτισμού, Παιδείας, Μέσων και Αθλητισμού, το οποίο μεταξύ άλλων έχει σκοπό τη διατήρηση και ενίσχυση της αίσθησης υπερηφάνειας και συνοχής στη χώρα, να προσελκύσει νέα άτομα να επισκεφτούν και να εργαστούν στη χώρα, να μεγιστοποιήσει και να αξιοποιήσει την ήπια ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στις ενέργειες, συμπεριλαμβάνονται η ενίσχυση της Βρετανικής παρουσίας στο εξωτερικό διαμέσου της πολιτιστικής διπλωματίας, διεθνών επισκέψεων και του προγράμματος «Great», η προώθηση των πολιτιστικών εξαγωγών για την αύξηση της αξίας τους στην οικονομία της χώρας, η συνεισφορά στην παράλληλη κυβερνητική ατζέντα της ήπιας ισχύος και ευημερίας, η χρησιμοποίηση της συλλογής έργων τέχνης της κυβέρνησης , προκειμένου για να προωθηθούν οι τέχνες, η κληρονομιά και ο πολιτισμός της χώρας, μέσω της δημιουργίας εκθέσεων σε υπουργικά και διπλωματικά κτίρια σε όλον τον κόσμο και της συνεισφοράς στην ήπια ισχύ.

Το Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, είναι υπεύθυνο κυρίως για την διεθνή πολιτική, χωρίς όμως να απουσιάζουν ενέργειες πολιτιστικής διπλωματίας, ως κατεξοχήν φορέας της επίσημης διπλωματίας της χώρας. Άλλωστε στο υπουργείο υπάγονται οι πρεσβείες που είναι υπεύθυνες για την μεταφορά των πολιτικών και της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Διαθέτει ένα παγκόσμιο δίκτυο πρεσβειών και προξενείων, απασχολώντας πάνω από 14.000 άτομα σε περίπου 270 διπλωματικά γραφεία. Συνεργάζεται με διεθνείς οργανισμούς για την προώθηση των συμφερόντων του Ηνωμένου Βασιλείου και της παγκόσμιας ασφάλειας. Προωθεί τα συμφέροντα και τις αξίες του Ηνωμένου Βασιλείου διεθνώς, υποστηρίζει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις ανά τον κόσμο, στηρίζοντας την παγκόσμια επιρροή και την ευημερία της χώρας. Όραμα του είναι να οικοδομήσει μια πραγματικά «παγκόσμια Βρετανία», η οποία θα πρωταγωνιστεί στην παγκόσμια σκηνή.

Μεταξύ άλλων, στηρίζει κορυφαίους μελετητές με ηγετική ικανότητα να παρακολουθήσουν μεταπτυχιακά μαθήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο με υποτροφίες Chevening και νέους Αμερικανούς να σπουδάσουν στο Ηνωμένο Βασίλειο με υποτροφίες Marshall. Προωθεί την ευημερία και την ανάπτυξη μέσω του Δικτύου Επιστήμης και Καινοτομίας, καθώς και μερικές από τις εργασίες της κυβέρνησης για τη διεθνή ανάπτυξη, (μεταξύ άλλων την προώθηση της βιώσιμης παγκόσμιας ανάπτυξης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της κλιματικής αλλαγής και της πρόληψης των συγκρούσεων).

Το Βρετανικό Συμβούλιο, είναι ο διεθνής οργανισμός του Ηνωμένου Βασιλείου με αρμοδιότητα στις διεθνείς πολιτιστικές σχέσεις, με αντιπροσωπείες σε τουλάχιστον 110 χώρες προωθώντας την Αγγλική γλώσσα, ενθαρρύνοντας την πολιτιστική, επιστημονική και εκπαιδευτική συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο. Η δράση του επικεντρώνεται στις ευκαιρίες πολιτιστικής ανάπτυξης, στις νέες συνεργασίες και στις πολιτιστικές σχέσεις.

Μουσεία, κληρονομιά και Οργανισμοί:

Βρετανικό Μουσείο φορέας πολιτιστικής διπλωματίας με πληθώρα αρχαιολογικών και εθνογραφικών στοιχείων-ευρημάτων.

Βρετανική Βιβλιοθήκη με αρχαία και μεσαιωνικά χειρόγραφα καθώς και παπύρους .

Ζωολογικός κήπος του Λονδίνου

Βασιλικός Βοτανικός κήπος του Λονδίνου

Πανεπιστήμια και οι βιβλιοθήκες τους όπως University of Gambridge, Oxford κ.α.

Art galleries: National Gallery, the Victoria and Albert Museum, the National Portrait Gallery, two Tate galleries—Tate Britain (with superb collections of John Constable and the Pre-Raphaelites) and Tate Modern—and the Wallace Collection.

Αθλητισμός και δημιουργία: ποδόσφαιρο, ράγκμπι, κολύμβηση κ.τ.λ.

ΜΜΕ και δημοσιεύσεις : Daily newspapers published in London include The Times, one of the world’s oldest newspapers; The Sun, a tabloid that is the country’s most widely read paper, with circulation in the millions; the The Daily Telegraph; and The Guardian (also published in Manchester). Major regional dailies include the Manchester Evening News, the Wolverhampton Express and Star, the Nottingham Evening Post, and the Yorkshire Post. Periodicals, such as The Economist, also exert considerable international influence.

International Council of Museums (ICOM)

ICOM is the only international organisation representing museums and museum professionals. It has more than 32,000 members and is made up of National Committees, which represent 136 countries and territories, and International Committees, which gather experts in museum specialities worldwide.

ICOM International Committees

The 30 International Committees bring together professional experts covering all aspects of museum activity. Their annual meetings offer the opportunity for UK museums professionals to extend their networks of international contacts. The ICOM events calendar lists the dates of annual International Committee meetings.

ICOM UK

ICOM UK is the National Committee of ICOM in the UK and is a gateway to the global museum community and the only UK museum association with a dedicated international focus. In addition to leading on two working internationally programmes – the annual Working Internationally Conference and the Working Internationally Regional Project – ICOM UK also offers bursaries for ICOM UK members to attend ICOM Triennial Meetings, International Committee meetings, and other conferences with a demonstrable international remit.

Visiting Arts

Visiting Arts’ purpose is to strengthen intercultural understanding through the arts.  It provides tools to help the cultural sector to work more effectively and efficiently worldwide

World Cultures Connect (WCC)

WCC is a global cultural information site.  It connects artists and cultural organisations across the globe by allowing them to promote their work, make new connections, identify opportunities, and discover new partners, markets, and audiences.  The discussion forum is a useful way to share information and advice, and take part in discussions, on working internationally.

Heritage Without Borders (HWB)

Heritage Without Borders is a unique charity working in developing countries to build capacity in heritage skills in situations of poverty and reconstruction, and to provide life-transforming work experience for volunteer students and professionals in the heritage sector.

University Museums Group (UMG)

Universities work on a global stage and their museums play a key role in this international approach.  UMG supports and advocates for the university museum sector in England, Wales, and Northern Ireland.  Working alongside their sister organisation University Museums in Scotland UMIS it represents the interests of university museums to funders and stakeholders, and also maintains close links with the international body for university museums, UMAC

The Art of Partnering report by Kings College London

The Art of Partnering is the final report of a Cultural Enquiry in collaboration with the BBC, which explored the role partnership plays in enabling publicly funded cultural institutions to enhance the quality and diversity of their work across the UK.

National Museum Directors’ Council (NMDC)

NMDC represents the leaders of the UK’s national collections and major regional museums. Its members are the national and major regional museums in England, Northern Ireland, Scotland, and Wales, the British Library, The National Library of Scotland, and the National Archives. While their members are funded by government, the NMDC is an independent, non-governmental organisation.

British Council

The British Council is the UK’s international organisation for cultural relations and educational opportunities. It has offices in over 100 countries across six continents. Each British Council office overseas has its own country website which can be accessed via the British Council’s home page.

UK Registrars Group (UKRG)

The UKRG is a non-profit membership association set up in 1979.  It provides a forum for exchanging ideas and expertise between registrars, collection managers and other museum professionals in the United Kingdom, Europe and worldwide.

Through the UKRG website, members can access a number of resources aimed at registrars, or those who undertake the work of registrars.  These include publications relevant to international loans and exhibitions, such as facilities reports, guidance and top tips, and links to other online resources.

International Federation of Arts Councils and Culture Agencies (IFACCA)

IFACCA produces ACORNS, an online news service for and about arts councils and culture agencies, which contains news from arts and culture funding agencies and a digest of resources, such as links to websites, new publications, jobs, conferences, and events.

I am tab #2 content. Click edit button to change this text. A collection of textile samples lay spread out on the table – Samsa was a travelling salesman.
I am tab #3 content. Click edit button to change this text. Drops of rain could be heard hitting the pane, which made him feel quite sad. How about if I sleep a little bit longer and forget all this nonsense.