
Η ναυτική διπλωματία, ως κλάδος της πολιτιστικής διπλωματίας, αποτέλεσε ανέκαθεν ένα γεωπολιτικό εργαλείο ήπιας ισχύος. Η διασφάλιση της πολιτιστικής επιρροής ενός έθνους χάρη στην ανάπτυξη του εμπορικού και πολεμικού ναυτικού είναι μία μέθοδος παγιωμένη ήδη από τα αρχαία χρόνια. Αυτό, φυσικά, επιβεβαιώνεται και για την κατεξοχήν ναυτική δύναμη της νεότερης εποχής, τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία οφείλει στη ναυτική της διπλωματία ένα μεγάλο κομμάτι της αίγλης και της δύναμής της. Χρησιμοποιώντας την ως όχημα, το Ηνωμένη Βασίλειο κατάφερε να κάνει αισθητή την πολιτιστική του παρουσία σε κάθε γωνιά του κόσμου, ενώ άλλοτε το βρετανικό ναυτικό εξετέλεσε έναν ρόλο εξισορροπητικό για το διεθνές γεωπολιτικό στερέωμα.
Το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα όταν κανείς αναφέρεται στη ναυτική διπλωματία είναι αυτό της Μεσογείου. Από τους Αιγύπτιους και τους Αρχαίους Έλληνες έως το Ισραήλ και τη Μεγάλη Βρετανία, όλοι οι μεγάλοι ναυτικοί αξιοποίησαν τη Μεσόγειο ως δίαυλο επικοινωνίας και ανταγωνίστηκαν ο ένας τον άλλον για την άλλοτε εμπορική και άλλοτε στρατιωτική κυριαρχία σε αυτή την ευαίσθητη γεωπολιτική ζώνη. Ειδικότερα οι Βρετανοί, δεν είχαν αναπτύξει ιδιαίτερη ναυτική παρουσία στην περιοχή πριν το 1704. Με την ίδρυση, ωστόσο, βρετανικών αποικιών στις ασιατικές και αφρικανικές ακτές, συνειδητοποίησαν τη σημασία της θάλασσας ως εμπορικού και γεωπολιτικού εργαλείου. Η διατήρηση των αποικιών προϋπέθετε ισχυρή βρετανική ναυτική παρουσία, γι’ αυτό και μεγάλη βάση δόθηκε στα θαλάσσια περάσματα, όπως αυτό του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο, που πέρασε στα χέρια των Βρετανών. Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, πάντως, ο αγγλικός στόλος συγκυριαρχούσε στη Μεσόγειο μαζί με τον αντίστοιχο ισπανικό και γαλλικό.
Η μεγάλη στροφή πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Από το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το αγγλικό ναυτικό κυριαρχούσε σχεδόν αποκλειστικά στη Μεσόγειο. Αναζητώντας τους λόγους αυτής της εντονότατης βρετανικής παρουσίας, ο Alfred Thayer Mahan παρατήρησε πως το αγγλικό ναυτικό συγκέντρωνε τα τρία σημαντικότερα στοιχεία για να διατηρήσει τη ναυτική του κυριαρχία: δυναμικό θαλάσσιο εμπόριο, ισχυρό ναυτικό στόλο και δίκτυο ναυτικών βάσεων στη Μεσόγειο. Εκείνη την περίοδο οι Βρετανοί επένδυαν τεράστια ποσά για την ανάπτυξη του εμπορικού και στρατιωτικού τους στόλου και την εφαρμογή τεχνολογικών καινοτομιών, εκτοπίζοντας σταδιακά την ισχύ άλλων εθνικών στόλων στη μεσογειακή θάλασσα. Εξάλλου, η νίκη των Άγγλων έναντι του Ναπολέοντα, τους επέτρεψε τον στρατιωτικό και διοικητικό έλεγχο των Ιόνιων νησιών και της Μάλτας, δίνοντάς τους νέα ανοίγματα στη Μεσόγειο.
Παρά την ασφάλεια που παρείχε η κυριαρχία αυτή, οι Βρετανοί δεν σταμάτησαν να επενδύουν στην περαιτέρω ανάπτυξη της ναυσιπλοϊας. Το 1869 ολοκληρώθηκε η κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ, που έθεσε σε νέες βάσεις το διεθνές θαλάσσιο εμπόριο, αυξάνοντας ταυτόχρονα τη σημασία της Μεσογείου ως εμπορικού περάσματος. Το 1878 η Κύπρος πέρασε υπό Βρετανικό έλεγχο και λίγο αργότερα η Αίγυπτος επίσης, επιτρέποντας τη δημιουργία νέων αγγλικών βάσεων. Η διατήρηση της βρετανικής επιρροής εξασφαλίστηκε, μεταξύ άλλων, χάρη στην εμπλοκή των Βρετανών στον ελληνικό πόλεμο της ανεξαρτησίας εναντίον των Τούρκων, αλλά και με την υποστήριξη της ενοποίησης της ιταλικής χερσοννήσου.
Ωστόσο, από το 1885 και για τις επόμενες δύο δεκαετίες, το Ηνωμένο Βασίλειο τήρησε μία λογική αποστασιοποίησης, μην επιθυμώντας να εμπλακεί περαιτέρω σε ξένες εσωτερικές υποθέσεις, έχοντας ήδη στερεώσει τη βρετανική εμπορική και στρατιωτική παρουσία στη Μεσόγειο. Η επανεμφάνιση της αγγλικής παρεμβατικότητας θα επανεμφανιστεί στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η άνοδος της γερμανικής ισχύος θα προκαλέσει ανησυχίες και θα πυροδοτήσει αντιδράσεις και νέους πολιτικούς χειρισμούς.
Επιλογικά, παρατηρούμε ότι οι Άγγλοι κατά τον 18-20ό αιώνα αξιοποίησαν άριστα τη ναυτική διπλωματία στην περιοχή της Μεσογείου ως μέσο ακτινοβολίας της βρετανικής ισχύος. Η ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας, ο ελλιμενισμός σε ξένα λιμάνια, ο διάλογος και η συνεργασία με ναυτικές δυνάμεις σε κυβερνητικό πλαίσιο, η προώθηση της εθνικής τεχνολογικής βιομηχανίας, η διάδοση των βρετανικού ναυτικού δικαίου, αποτελούν οχήματα αυτού του τύπου πολιτιστικής διπλωματίας, τα οποία εφαρμόστηκαν αποτελεσματικά στην πράξη. Άλλωστε, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι η επιρροή της βρετανικής κουλτούρας σε παγκόσμιο επίπεδο σήμερα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διάδοσή της μέσω του βρετανικού (εμπορικού και στρατιωτικού στόλου), με την κυριαρχία στη θάλασσα να προεξοφλεί τη βρετανική κυριαρχία σε κάθε άλλο επίπεδο.
Αναστασία Δρόσου
Πηγές:
Widen, J. J. (2011). Naval Diplomacy—A Theoretical Approach. Diplomacy & Statecraft, 22(4), 715–733. https://doi.org/10.1080/09592296.2011.625830
Rene Balletta, “Delivering Global Britain” – A Global Perspective, U.S. Naval Institute, April 2021, Delivering “Global Britain”—A Naval Perspective | Proceedings – April 2021 Vol. 147/4/1,418 (usni.org)
Steven J. Holcomb, “A Century of British Dominance of the Mediterranean: Lessons for the U.S. Navy in the South China Sea’’, U.S. Naval Institute, June 2021, A Century of British Dominance of the Mediterranean: Lessons for the U.S. Navy in the South China Sea | Naval History Magazine – June 2021 Volume 35, Number 3 (usni.org)
Antonio Buffis, La “Naval Diplomacy” nell’attuale contesto geopolitico, Gepolitica.info, 9/06/2021, La “Naval Diplomacy” nell’attuale contesto geopolitico – Geopolitica.info





