
Το 2011 αποτέλεσε την κρίσιμη χρονιά κατά την οποία ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, γεγονός που οδήγησε όχι μόνο σε τεράστια ανθρωπιστική κρίση αλλά και σε ανεπανόρθωτες καταστροφές σε σπουδαίους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι πλέον δεδομένο, πως η Συρία διέθετε σπάνιο πλούτο πολιτιστικών αγαθών με επιρροές από πλήθος πολιτισμών- ρωμαϊκών, βυζαντινών καθώς και ελληνιστικών- ο οποίος αποτέλεσε δυστυχώς στόχο των πολεμικών συγκρούσεων και της επακόλουθης οργανωμένης λεηλασίας. Στο πλαίσιο αυτό, κρίθηκε σημαντικό να εδραιωθούν ελληνικές και διεθνείς πρωτοβουλίες με σκοπό τη διαφύλαξη της σπάνιας πολιτιστικής κληρονομιάς[1].
[1] Μιχάλης Τιβέριος, «Η Συρία ως λίκνο πολιτισμού και οι καταστροφές της πολιτιστικής κληρονομιάς», Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών (2019)
Σύμφωνα με την Unesco, τουλάχιστον 300 αρχαιολογικοί χώροι στη Συρία έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ακόμα και καταστροφές, μεταξύ των οποίων η Παλμύρα, που αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco, η Αλέπο που υπέστη σοβαρές ζημιές αλλά και η Κράκ των Ιπποτών που δέχθηκε τις δυσμενείς συνέπειες του πολέμου από μάχες και βομβαρδισμούς. Παρόμοια περιστατικά σημειώθηκαν και με την αποψίλωση των ναών της Βήλου καθώς και με τις επιθέσεις στο Χαλέπι[1]. Τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν, αλλά και εκατοντάδες άλλα, συντάραξαν συθέμελα τη διεθνή κοινωνία και έφεραν στην επιφάνεια την ανάγκη της καλλιέργειας της πολιτιστικής διπλωματίας, η οποία θα διαδραμάτιζε καίριο ρόλο στην προσπάθεια διαφύλαξης των αγαθών πολιτιστικής κληρονομιάς, μέσα από την καταγραφή και προστασία των μνημείων που βρίσκονται υπό απειλή αλλά και στις διεκδικήσεις αποκατάστασης των ζημιών και της ενδεχόμενης επιστροφής αγαθών που έχουν κλαπεί[2].
[1] Neil Brodie, «Syria and the Looting of Archaeological Heritage in Wartime», in Conflict and Cultural Heritage, ed. N. Silberman (London: Routledge, 2018), 45–63.
3Peter Stone, «The Destruction of Cultural Heritage in Syria: Policy Implications and Responses», International Journal of Cultural Property 22, no. 1 (2015): 1–31.
Σε διεθνές επίπεδο, σημαντικός ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισε η Unesco, ιδιαίτερα μέσα από το πρόγραμμα «Emergency Safeguarding of the Syrian Cultural Heritage»[1], το οποίο αποσκοπούσε στη καταγραφή και τεκμηρίωση των ζημιών σε αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, σε συνεργασία με τοπικούς φορείς, ώστε να παραχθεί η αναγκαία γνώση καθώς και να δημιουργηθούν βάσεις δεδομένων, με σκοπό τη διαφύλαξη των αγαθών σε μελλοντικές κρίσιμες περιόδους. Παράλληλα, το πρόγραμμα «Observatory of Syrian Cultural Heritage» λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως ένα σημαντικό κέντρο συλλογής πληροφοριών και στοιχείων για τα αγαθά που έχουν βίαια αποσπαστεί, ούτως ώστε να καταστεί λίγο πιο εφικτή η επιστροφή τους.
4UNESCO, Emergency Safeguarding of the Syrian Cultural Heritage Project, official report (2014)
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να τονισθεί πως η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη προστασία των μουσείων, όπως, για παράδειγμα, το Εθνικό Μουσείο της Δαμασκού, ως φορέων άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας, χρηματοδοτώντας για την αποκατάστασή τους μέσα από το πρόγραμμα «EU4CULTURE».
Η Ελλάδα, μολονότι δεν παρουσίαζε άμεση πολιτική εμπλοκή στη σύρραξη, έκρινε πως είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να διαφυλαχθεί η πολιτιστική κληρονομιά, λόγω και της σημαντικής παρουσίας μνημείων ελληνικής ιστορικής σημασίας στην περιοχή. Αρχικά, η Διεύθυνση Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού συμμετείχε σε δράσεις ανταλλαγής τεχνογνωσίας με διεθνείς φορείς αλλά και στην τεκμηρίωση και ψηφιοποίηση των μνημείων. Την ίδια στιγμή, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο συμμετείχε σε εκδηλώσεις για ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί στη Συρία, ώστε να εδραιωθούν οι σχέσεις μεταξύ των λαών και των πολιτισμών. Τέλος, στο ίδιο πλαίσιο, σημαντικές ήταν και οι ακαδημαϊκές πρωτοβουλίες των πανεπιστημίων της χώρας, τα οποία έχουν δώσει έμφαση στη δημιουργία ερευνητικών προγραμμάτων σχετικά με τη σπουδαία πολιτιστική κληρονομιά της Συρίας, αποσκοπώντας, έτσι, στο να αναδειχθεί η αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και να ασκηθεί πολιτιστική διπλωματία στο πλαίσιο διεθνών συνεδρίων, προκειμένου να εγκαθιδρυθεί η ιστορική και νομική γνώση που απαιτείται για το διαπολιτισμικό διάλογο και τις συλλογικές προσπάθειες διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς[1].
[1] Παναγιώτης Κοντόπουλος, «Πολιτιστική διπλωματία σε περιοχές σύγκρουσης: Το παράδειγμα της Συρίας», Διπλωματικό Δελτίο Υπουργείου Εξωτερικών (2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, η πολιτιστική διπλωματία παρουσίασε διττό ρόλο, αφενός ως μέσο επιρροής ήπιας ισχύος και, αφετέρου, ως ύψιστη πράξη πολιτιστικής αλληλεγγύης. Η Ελλάδα δίνοντας την πρέπουσα σημασία στη πολύτιμη παράδοση και σχέση της με τη Συρία- μία σχέση ιστορική αλλά και θρησκευτική- διαδραμάτισε καίριο ρόλο στην αποκατάσταση των ζημιών στα αγαθά πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και στη διαφύλαξή τους για το μέλλον. Ανάλογη πρακτική θα πρέπει να αποτελεί τον κανόνα, ιδιαίτερα σε περιόδους ενόπλων συρράξεων, ώστε η πολιτιστική διπλωματία να λειτουργεί προληπτικά και να διασώζει την ιστορική μνήμη και ταυτότητα των λαών, κάτι που αποτελεί συλλογική ευθύνη.
Αϊδηνοπούλου Ελισάβετ
Βιβλιογραφία:
Ελληνόγλωσση:
2. Παναγιώτης Κοντόπουλος, «Πολιτιστική διπλωματία σε περιοχές σύγκρουσης: Το παράδειγμα της Συρίας», Διπλωματικό Δελτίο Υπουργείου Εξωτερικών (2021).
Ξενόγλωσση:
3. UNESCO, Emergency Safeguarding of the Syrian Cultural Heritage Project, official report (2014)
5. Neil Brodie, «Syria and the Looting of Archaeological Heritage in Wartime», in Conflict and Cultural Heritage, ed. N. Silberman (London: Routledge, 2018), 45–63.
Εικόνα ανακτήθηκε από: https://unsplash.com/photos/brown-concrete-building-under-blue-sky-during-daytime-vi1fIqmbHP0




